Ο λόγος που είδα τελικά το Adolescence ήταν ότι ζήλεψα. Ενώ, κατά κανόνα, αποφεύγω να βλέπω ή να διαβάζω πράγματα για τα οποία γράφουν ή μιλάνε όλοι και όλες στο ίντερνετ, πείτε το και αχρείαστο κατάλοιπο εφηβικού πνεύματος αντιλογίας, στην περίπτωση αυτή ζήλεψα την κάθαρση. Ήθελα κι εγώ να κλαίω για κανένα μισάωρο μετά από κάθε επεισόδιο, πείτε το και «έχω πολλά να ξεφορτώσω αυτή την εποχή», ήθελα κι εγώ να σηκωθεί μια κουρτίνα και να καταλάβω κάτι γι’ αυτή την εφηβεία, που ζω όπως πάντα αβέβαια ως γονιός, ήθελα κι εγώ να ανακαλύψω περισσότερα για τη βία και την πατριαρχία. Δεν τα κατάφερα.
Να πω για αρχή τι μου άρεσε. Ενώ, κατά κανόνα, είμαι στούρνος σε ό,τι αφορά την τεχνική πλευρά των οπτικοακουστικών προϊόντων μυθοπλασίας, και σίγουρα θα πήγαιναν χαμένες σ’ εμένα πολλές από τις 250 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, γιατί δεν θα μπορούσα να εκτιμήσω ή έστω να τεκμηριώσω με λόγια την τελειότητα του μοντάζ ή σημαντικές αρετές της σκηνοθεσίας, τα μονόπλανα του Adolescence με γοήτευσαν. Όχι τόσο λόγω δέους για τη δυσκολία της υλοποίησής τους, όσο γιατί ήμουν χαρούμενη που ήξερα ότι καμία σκηνή δεν θα κοβόταν, επειδή έτσι, πριν τελειώσει, όπως ίσως θα τελείωνε και στην πραγματική ζωή.
Όμως κάπου εκεί η σχέση του Adolescence με την καθημερινή ζωή τελειώνει. Κι αυτό δεν θα ήταν πρόβλημα αν επρόκειτο για σειρά επιστημονικής φαντασίας ή μαγικού ρεαλισμού, αλλά, νομίζω, είναι σοβαρό πρόβλημα για μια σειρά που αντλεί τη δύναμή της (επικοινωνιακή, εκτός των άλλων) από την υποτιθέμενη σύνδεσή της με αυτό που συμβαίνει σήμερα. Σε μένα και σε σας και σε όλο τον δυτικό κόσμο. Γιατί παίρνει ένα ακραίο συμβάν (τη στυγνή δολοφονία μιας έφηβης από ένα 13χρονο αγόρι), παίρνει και ένα προβληματικό μεν αλλά σίγουρα όχι ακραίο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον, και συνδέει τα δύο προσπαθώντας να μας πείσει ότι το δε, σε συνδυασμό με το σύγχρονο ψηφιακό τοπίο, αρκεί για να δικαιολογήσει το μεν. Κι αυτό δεν είναι πρόβλημα μόνο επειδή αποπροσανατολίζει από τη συνθετότητα των αιτιών του μεν και την πραγματικότητα των συνεπειών του δε, είναι πρόβλημα και επειδή γίνεται σκόπιμα. Χειριστικά, αν θέλετε την άποψή μου.
Σε μια άλλη αρνητική κριτική για τη σειρά, η φίλη έθεσε ως πρόβλημα ότι κατηγορούμε για την εξέλιξη του Τζέιμι σε εγκληματία την έλλειψη αποδοχής και τρυφερότητας από τον πατέρα του και μια χούφτα Άντριου Τέιτς, ενώ η αιτία είναι η κοινωνική διάσταση της πατριαρχίας, που θέλει τις γυναίκες κατώτερα και άρα αναλώσιμα όντα. Για μένα το πρόβλημα δεν είναι αυτό. Η κοινωνική διάσταση της πατριαρχίας δεν αφήνει το αποτύπωμά της πάνω μας μέσα από το αόρατο χέρι της αγοράς, το αφήνει μέσα από την έλλειψη αποδοχής και τρυφερότητας των πατέρων, από τους Άντριου Τέιτς αυτού του κόσμου, από τις απεικονίσεις της έμφυλης βίας στα media και από τόσα άλλα. Είναι ένα όλα αυτά. Και είναι σίγουρα σημαντικοί παράγοντες σε όλα τα στυγερά εγκλήματα από ανήλικους, αλλά συνηθέστερα ενήλικους, άνδρες που τιμωρούν τις γυναίκες επειδή δεν τους επιβεβαιώνουν αρκετά. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν είναι οι μόνοι. Είναι οι μόνοι μόνο στο Adolescence.
Ο Τζέιμι, που επί ένα χρόνο, με αγγελικό πρόσωπο, ανατριχιαστική ψυχραιμία, και χωρίς ίχνος από τον παρορμητισμό ή την παιδικότητα που αναμένει κανείς από ένα αγόρι στο ξεκίνημα της εφηβείας, αρνείται σθεναρά ότι διέπραξε ένα προμελετημένο έγκλημα που έχει αποτυπωθεί σε βίντεο, δεν είναι απλώς ένα θύμα της πατριαρχίας. Είναι ένα άτομο με σοβαρή ψυχοπαθολογία. Από τους συμμαθητές του Τζέιμι, από τους συμμαθητές των δικών μας παιδιών, τουλάχιστον οι μισοί μεγαλώνουν με πατέρες που αντιμετωπίζουν συχνά φορές τις γυναίκες ως σεξουαλικά αντικείμενα, δεν τους δείχνουν εμφανή τρυφερότητα και πολλές φορές τους απορρίπτουν επειδή δεν ανταποκρίνονται 24/7 στο πρότυπο αρρενωπότητας που οι ίδιοι έχουν εκπαιδευτεί να περιμένουν. Πολλών οι πατέρες δεν χρησιμοποιούν καν γλυκόλογα, όπως ο Έντι, δεν θα δέχονταν ποτέ να πάνε σε ψυχολόγο, ακόμα κι αν ο γιος τους βρισκόταν στη φυλακή, και έχουν βίαια ξεσπάσματα θυμού με αφορμές πολύ πιο ασήμαντες από την επιγραφή «παιδέρας» στο βανάκι που αποτελεί το βιος τους.
Όλοι, δε, αυτοί οι συμμαθητές εκτίθενται δυνητικά στο ιντερνετικό περιεχόμενο του μισογυνισμού και της αντρόσφαιρας, που τόσο σχηματικά αποδίδεται στη σειρά μέσα από το φοβερό μυστικό της αποκρυπτογράφησης μιας ντουζίνας emoji. Και το ποσοστό εκείνων που ασκούν βία κατά τη διάρκεια της εφηβείας τους, ναι, είναι μεγάλο. Το ποσοστό εκείνων που σκοτώνουν είναι όμως, ευτυχώς, πολύ μικρό. Και το ποσοστό εκείνων που σκοτώνουν και ξαναγυρίζουν να αντιμετωπίσουν τον κόσμο σαν ακύμαντες θάλασσες είναι απειροελάχιστο. Όχι επειδή, όπως διάβασα σε άλλη κριτική, έχουμε αποκτηνωθεί τόσο ώστε να θεωρούμε την καθημερινή ψυχολογική κακοποίηση κανονικότητα. Αλλά γιατί για να συμβούν τέτοια πράγματα δεν φτάνει το οικογενειακό και σχολικό και τεχνολογικό πλαίσιο να είναι προβληματικά ή ψυχολογικά κακοποιητικά, με την έννοια που μας παρουσιάζει το Adolescence. Xρειάζεται να υπάρχει και ένα υπόβαθρο σοβαρής, αδιάγνωστης και αδιαχείριστης ψυχοπαθολογίας.
Και το γεγονός αυτό, που μπορεί να μας φαίνεται αυτονόητο, duh, σε ολόκληρη τη σειρά υπονοείται μόνο μία φορά, σε μία μόνο πρόταση: εκείνη της ψυχολόγου που παρακινεί τον Τζέιμι να αναζητήσει ψυχολογική βοήθεια, όπου την βρει. Μόνο εκεί. Σε κανέναν από τους -όχι πάντα αληθοφανείς- διαλόγους ανάμεσα στους αστυνομικούς ή στους αστυνομικούς με τους μάρτυρες ή ανάμεσα στους κατεστραμμένους γονείς, πουθενά, σε όλη τη σειρά, δεν αναφέρεται ότι το έγκλημα αυτό θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν κάποιος ή κάποια είχε αντιληφθεί τα πρώιμα προβληματικά σημάδια στη συμπεριφορά του παιδιού και είχε σκεφτεί να τον παραπέμψει ή να του προσφέρει εξειδικευμένη ψυχολογική υποστήριξη. Ίσως επειδή, το μήνυμα του Adolescence είναι -ηθελημένα- ότι ένα αγόρι που έχει κάποια θέματα με τη σχολική του απόδοση τους τελευταίους μήνες και κλείνεται στο δωμάτιό του με τις ώρες μπροστά στον υπολογιστή, μπορεί από τη μια μέρα στην άλλη και χωρίς να πάρει χαμπάρι την κατρακύλα του κανείς, να μαχαιρώσει εφτά φορές μια μεγαλύτερή του έφηβη επειδή τον απέρριψε ερωτικά.
Και αυτό είναι πρόβλημα. Αφενός επειδή το Adolescence δεν καταλήγει τυχαία ή από λάθος στο μήνυμα αυτό. Tο κάνει, φοβάμαι, για να πατήσει χειριστικά στην ανάγκη μας να δείχνουμε πάντα τους ενόχους που βλέπουμε ή νομίζουμε ότι βλέπουμε και να υπεραπλουστεύουμε πολύπλοκες αλήθειες. Το κάνει για να μπορούμε, αφού βιώσουμε τη φρίκη, να μπορούμε -με αληθοφανώς τακτοποιημένα τα συμπεράσματα στο μυαλό μας- να μιλήσουμε και σε άλλους γι’ αυτήν και να τους προτρέψουμε να την δουν «για να καταλάβουν τι έχουμε κάνει στα παιδιά μας». Κι έτσι να δημιουργήσει μία συζήτηση που σίγουρα έχει χρήσιμες πτυχές, όμως δεν φτιάχνει χώρο για δύσκολες αβεβαιότητες, όπως οι σκοτεινές γωνίες της ψυχικής υγείας -και όχι μόνο του X.
Αλλά κυρίως γιατί οι συνέπειες που προκαλεί ένα προβληματικό και ψυχολογικά κακοποιητικό οικογενειακό ή τεχνολογικό ή σχολικό πλαίσιο, με την έννοια που μας τα παρουσιάζει το Adolescence, υπάρχουν. Μπορεί να μην είναι τόσο ακραίες αλλά είναι πολύ πιο συνηθισμένες από ένα στυγερό έγκλημα μεταξύ εφήβων. Και επίσης είναι ύπουλα καταστροφικές. Είναι η κατάθλιψη και οι αυτοτραυματισμοί και οι διατροφικές διαταραχές και οι εθισμοί και η βία της καθημερινότητας και η μοναξιά και οι ψυχοσωματικές ασθένειες και οι διαταραχές άγχους και οι κρίσεις πανικού και η μοναξιά. Και αυτές, ούτε στη συγκεκριμένη σειρά ούτε και στα περισσότερα άλλα προϊόντα πολιτισμού που καταναλώνουμε συνδέονται αποτελεσματικά και ουσιαστικά με τις αιτίες τους, παρά σκιαγραφούνται συνήθως ως ατυχείς προκλήσεις ή στοιχεία της ιδιοσυγκρασίας μας που αιωρούνται απειλητικά αλλά και κάπως θολά μέσα μας και γύρω μας, χωρίς κύματα συζήτησης σε δημόσιες πλατφόρμες, χωρίς διαφωτιστικές συνειδητοποιήσεις και χωρίς κάθαρση.


