Όσοι γράψαμε από προχθές δημοσίως κάτι για τη χαμηλή εκπροσώπηση των γυναικών στο νέο κυβερνητικό σχήμα, ακόμα κι αν δεν γράψαμε ούτε υπονοήσαμε κάτι που να σχετίζεται με μέτρα ποσόστωσης, ακούσαμε ή διαβάσαμε, λιγότερο ή περισσότερο, τα εξ αμάξης από ανθρώπους που δηλώνουν εναντίον των ποσοστώσεων, γιατί «υποβιβάζουν τις γυναίκες», γιατί «είναι παρωχημένες», γιατί «δημιουργούν νέες διακρίσεις», γιατί «εμένα με κάνουν να ντρέπομαι» και η λίστα δεν έχει τελειωμό.

Και είναι ενδιαφέρον γιατί οποιοσδήποτε από εμάς μπορεί, απέναντι σε ένα τόσο αμφιλεγόμενο ζήτημα, να κρατήσει δύο στάσεις: να παραμείνει εθελοντικά αλυσοδεμένος/η στην πεποίθησή του/της γύρω απ’ αυτό και να τη διατυμπανίζει με κάθε ευκαιρία, ακόμα κι αν δεν έχει καθίσει πραγματικά να τη σκεφτεί και να την τεκμηριώσει, ακόμα κι αν η συζήτηση δεν αφορά καν το ζήτημα αυτό, ή να αξιοποιήσει τις συνθήκες (και οι εκλογές είναι πολύ χρήσιμες συνθήκες) για να τεστάρει αυτή του/της την πεποίθηση, να τη σκεφτεί σε βάθος και, γιατί όχι, να την αναθεωρήσει.

Προσωπικά, δεν είχα καν πεποίθηση, για καιρό. Και χρειάστηκε να αξιοποιήσω αρκετές συνθήκες για να τεστάρω διαφορετικές απόψεις και να καταλήξω στα εξής, που δεν αφορούν μόνο ή κυρίως το χώρο της πολιτικής, αλλά όλα τα ιεραρχικά επίπεδα των επιχειρήσεων, την εκπαίδευση, την έρευνα και την τεχνολογία, όλες τις ομάδες και τις θέσεις ευθύνης που επηρεάζουν την καθημερινή μας ζωή:

Οι ποσοστώσεις δεν είναι φτιαγμένες για τις γυναίκες. Είναι φτιαγμένες για τα άτομα που βρίσκονται σε θέσεις λήψης αποφάσεων.

Με άλλα λόγια: ο πραγματικός λόγος ύπαρξης ενός μέτρου ποσόστωσης δεν είναι το να βοηθήσει γυναίκες που δεν το αξίζουν -ή που το αξίζουν λιγότερο από τους άντρες συνυποψήφιούς τους- να αναδειχτούν. Ο πραγματικός λόγος ύπαρξής του είναι να αναγκάσει τα άτομα που πρόκειται να αναδείξουν υποψήφιους και υποψήφιες να αναζητήσουν με μεγαλύτερη ενσυνειδητότητα και εγρήγορση τις κατάλληλες, άξιες και ικανές γυναίκες για τους μισούς (ας πούμε) ρόλους της εκάστοτε ομάδας -έτσι ώστε η σύνθεση της ομάδας να είναι όσο το δυνατόν πιο αντιπροσωπευτική, με έμφυλους όρους, του σχετικού πληθυσμού.

Κατά τη διαδικασία αυτής της αναζήτησης, τα άτομα που καλούνται να την κάνουν παραπονιούνται συχνά ότι είναι μάταιη.

Δεν βρίσκουν αρκετές γυναίκες. Ή δεν βρίσκουν αρκετές κατάλληλες γυναίκες. Το συμπέρασμά τους είναι ότι, έτσι, η ποσόστωση τους αναγκάζει να αναδείξουν μη ικανές γυναίκες, να δημιουργήσουν κατά συνέπεια λιγότερο αποτελεσματικές ομάδες και να κληροδοτήσουν στους επόμενους λάθος πρότυπα για το μέλλον.

Το συμπέρασμα αυτό βασίζεται σε πολλές λάθος παραδοχές. Και θα ξεκινήσω από την τελευταία:

Ότι μπορεί μία μη αντιπροσωπευτική ομάδα να είναι πιο αποτελεσματική από μία αντιπροσωπευτική, δηλαδή διαφοροποιημένη ομάδα. Οι ομάδες που δεν είναι αντιπροσωπευτικές του εκάστοτε πληθυσμού, είναι εξαρχής λιγότερο αποτελεσματικές. Το ότι αυτή δεν θεωρείται αυτονόητη παραδοχή οφείλεται στο γεγονός ότι ως κοινωνία είμαστε εδώ και αιώνες πολύ κακοί στο σχηματισμό αντιπροσωπευτικών ομάδων. Άρα δεν έχουμε μέτρο σύγκρισης για να καταλάβουμε το εύρος της διαφοράς στην αποτελεσματικότητα μιας διαφοροποιημένης από μια μη διαφοροποιημένη ομάδα.

Η δεύτερη λάθος παραδοχή είναι ότι αν υπάρχουν ικανές γυναίκες, τότε είναι πάντα εύκολο να τις εντοπίσει κανείς. Ή ότι είναι αποκλειστικά δική τους ευθύνη να αυτό-αναδειχτούν. Δεν είναι. Υπάρχουν ακόμα και σήμερα δεκάδες συστημικοί λόγοι και προβλήματα που δυσκολεύουν τις γυναίκες είτε στο να προωθήσουν τον εαυτό τους, τη δουλειά τους, τα προσόντα τους, είτε στο να γίνουν απλώς ορατές, ανάλογα με την προσπάθεια που κάνουν για να το πετύχουν. Και υπάρχει και το σύνδρομο «Μαρί Κιουρί», που μας παρασύρει στη λογική ότι, αφού η Μαρί Κιουρί κατάφερε να φτάσει εκεί που έφτασε, τότε όλες οι άξιες γυναίκες μπορούν. Αλλά εκεί χρειάζεται η ενσυνειδητότητα και η εγρήγορση: στο να αναγνωρίσουμε το λογικό άλμα. Και να ψάξουμε πιο σωστά για να βρούμε τις Μαρί Κιουρί που δεν μπορούν ακόμα, μόνες τους, να φτάσουν.

 

Η τρίτη λάθος παραδοχή είναι ότι αν βρούμε μια κατάλληλη και ικανή γυναίκα μπορούμε πάντα να την αναγνωρίσουμε ως τέτοια. Ότι κρίνουμε τις δεξιότητες μίας γυναίκας και ενός άντρα με τα ίδια αντικειμενικά κριτήρια. Ότι κρίνουμε με την ίδια αυστηρότητα ή επιείκεια την εμφάνιση, τη συμπεριφορά, την ηθική, την αφοσίωσή τους στον έναν ή στον άλλο τομέα της ζωής τους, τα λάθη τους, τις λέξεις που χρησιμοποιούν, τις φιλοδοξίες και τα σχέδιά τους. Δεν ισχύει. Ούτε για εμάς που γράφουμε για την ισότητα των ευκαιριών. Ούτε για εσάς που πιστεύετε βαθιά ότι έχετε αποτάξει κάθε προκατάληψη. Ίσως το καταλάβετε αν παρακολουθήσετε δύο δημοσιογράφους να βγάζουν συμπεράσματα για την ικανότητα μιας γυναίκας πολιτικού, με βάση μια πληροφορία που έδωσε η ίδια για την προσωπική της ζωή. Ίσως και όχι.

Η τέταρτη και τελευταία και πιο σοβαρή λάθος παραδοχή είναι ότι, στις περιπτώσεις όπου όντως δεν υπάρχουν αρκετές ικανές γυναίκες για να αναλάβουν ένα ρόλο, η ευθύνη του αρμόδιου λήψης αποφάσεων σταματάει εκεί. Αν ίσχυε αυτό, οι ποσοστώσεις ίσως να μην είχαν όντως λόγο ύπαρξης, αφού θα έρχονταν να επιβληθούν σε ένα σύστημα που δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ. Αλλά έχουν, ακόμη κι αν δεν αποτελούν -προφανώς- πανάκεια, ακόμη κι αν χρειάζονται τόσα ακόμα πράγματα να κάνουμε για να γίνουν αποτελεσματικές. Και ο λόγος ύπαρξής τους είναι το να μας αναγκάζουν (εμάς, που δουλεύουμε, που διδάσκουμε, που μεγαλώνουμε παιδιά, που γράφουμε, που συνυπάρχουμε σε ομάδες, εμάς, όχι κάποιον μυστηριώδη ανώτερο μηχανισμό) να δημιουργούμε κατάλληλες και ικανές γυναίκες εκεί που δεν τις βρίσκουμε επειδή δεν υπάρχουν. Να μας αναγκάζουν να αναλογιστούμε γιατί δεν υπάρχουν και πώς θα γίνει να υπάρξουν -όχι αύριο, αλλά σε λίγο καιρό. Και να μας αναγκάζουν να συζητάμε ανοιχτά το γιατί και το πώς και να αναλαμβάνουμε καθημερινά, ο καθένας και η καθεμία από τη θέση μας, την ευθύνη να κάνουμε από ένα μικρό βήμα, ώστε σε μερικά χρόνια οι κατάλληλες γυναίκες να βρίσκονται εύκολα και οι ποσοστώσεις να είναι πια περιττές.

 

Newsletter

Ενημερώσεις, αποκλειστικότητες, τέτοια.

Σ' ευχαριστώ για την εγγραφή, θα τα πούμε σύντομα!